οι σελίδες μου

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

η επανένωση

Όταν άρχισε η βενζινάκατος να απομακρύνεται κάποιοι είχαν ήδη αρχίσει να φωνάζουν. Μια γυναίκα στρίγγλιζε κι ο άντρας που ήταν δίπλα της, το πιο πιθανό ο άντρας της, προσπαθούσε να την καθησυχάσει, μισό γιατί την λυπόταν.. μισό γιατί ντρεπόταν τους γύρω του. Ολονών τα μάτια, όμως, ήταν στραμμένα προς την βενζινάκατο, που όλο και γινόταν πιο μικρή...

Σχεδόν ολονών... τα μάτια του γιου του ήταν καρφωμένα πάνω του. Βουρκωμένα.. Όχι κλαμένα.. Τα χείλη του σφιγμένα... χλωμά απ' την πολλή πίεση. Τ' αγόρια δεν κλαίνε. Η μικρότερη αδερφή του, όμως, δεν είχε αυτούς τους περιορισμούς. Κανένας δεν της είπε ποτέ πως τα κορίτσια δεν κλαίνε. Και να της έλεγε δεν θα 'κανε καμιά διαφορά. Τεσσάρων χρονών παιδί που να καταλάβει τι είναι σωστό και τι λάθος; Γι' αυτό έκλαιγε.. Έκλαιγε δυνατά... Δεν ήξερε γιατί έκλαιγε, αλλά έκλαιγε. Ίσως να την είχαν τρομάξει οι φωνές των άλλων. Ίσως να την παρέσυραν τα κλάματα κάποιων γυναικών που ήταν μαζί τους. Τι σημασία είχε;

Όπως καθόταν σ' ένα κουβάρι σχοινί, άνοιξε την αγκαλιά του για να μπει μέσα η κόρη του. Εκείνη τον κόντεψε, τον αγκάλιασε κι έβαλε το κεφαλάκι της στον ώμο του. Κι αυτός μίλησε... Μίλησε σ' εκείνη αλλά κοιτούσε το γιο του. "Είναι εντάξει..." της είπε. "Μη φοβάσαι... Μην κλαις... Σε λίγο θα είμαστε μαζί με την μανούλα..."

Δεν ήξερε πολύ καλά να διαβάζει. Ήξερε ακόμα πιο λίγο να γράφει. Λίγες λέξεις όλες κι όλες. Τ' όνομα του... Τ' όνομα της γυναίκας του. Αυτά των δυο παιδιών του που τα λάτρευε. Κι είχε αρχίσει να μαθαίνει να γράφει και το όνομα του νέου παιδιού που ήταν στον δρόμο... "Σε μερικούς μήνες..." είχαν πει στα παιδιά τους "θα έχετε ένα αδελφάκι!" Κι αυτοί τσακώθηκαν αν θα ήταν αγόρι ή κορίτσι για ν'αποκτήσουν συντροφιά... Παιδιά...

Αλλά δεν τα χρειαζόταν τα γράμματα. Τι να τα κάνει; Δούλευε σε κάποιο εργοστάσιο χαλιών έξω από την Τρίπολη. Εργάτης. Ολημερίς φόρτωνε κιβώτια στα φορτηγά που πήγαιναν στο λιμάνι. Ήξερε να ξεχωρίζει το είδος, από τα σύμβολα που είχαν πάνω τα κιβώτια...

Είχε χάσει τη δουλειά του πριν τέσσερα, περίπου, χρόνια όταν το εργοστάσιο που δούλευε καταστράφηκε απ' τους βομβαρδισμούς των Αμερικανών. Δεν ήξερε γιατί τους βομβάρδιζαν. Ούτε τον ενδιέφερε, η αλήθεια να λέγεται. Κάτι είχε ακούσει πως ήθελαν να σκοτώσουν τον Γκαντάφι αλλά αυτός δεν έδινε δεκάρα. Έτσι κι αλλιώς με ή χωρίς τον Γκαντάφι το ίδιο θα 'τανε γι' αυτόν. Αν αντί ο Γκαντάφι, κάποιος άλλος έπαιρνε τα λεφτά απ' το πετρέλαιο, δεν θα 'κανε καμιά διαφορά στον ίδιο. Ούτε στην οικογένεια του...

Από τότε ήταν που προσπαθούσε να ζήσει την οικογένεια του με μικροδουλειές εδώ κι εκεί. Κάποτε τα έβγαζε πέρα. Κάποτε πιο δύσκολα. Αλλά πάντα έβαζε κάποια μικροποσά στην άκρη για να υπάρχουν αν χρειάζονταν κάποια στιγμή.

Κι αυτή η στιγμή ήρθε. Κάποιος τον πλησίασε μια μέρα καθώς γύρναγε μες στην αγορά ψάχνοντας για φτηνό φαΐ και τον ρώτησε αν ήθελε να πάει απέναντι. Εκεί που υπάρχουν πολλά λεφτά και μεγάλα καταστήματα και πολλές δουλειές. "Εκεί που δεν θα φοβάσαι ότι θα πεινάσεις ποτέ. Ούτε εσύ, ούτε η οικογένεια σου! Η Ευρώπη σε περιμένει!". Έτσι του είπε. Κι αυτός δεν ήθελε δεύτερη κουβέντα. Τον ρώτησε πως θα γινόταν αυτό κι ο ξένος του είπε πως το μόνο που είχε να κάνει είναι να βρίσκεται τη συγκεκριμένη ημερομηνία στις 10 το βράδυ στην τάδε παραλία. Μετά τον ρώτησε λεπτομέρειες για την οικογένεια του και όταν αυτός του τις έδωσε ο ξένος του είπε να φέρει μαζί του και 3000 δηνάρια. Έτσι κι έγινε...

Όταν σάλπαρε η φελούκα κάποιοι είχαν μείνει πίσω. Κλαψούριζαν γιατί τους άφησαν πίσω. Δεν είχαν μαζί τους τα λεφτά που τους είπαν.

Ο ίδιος όμως τα είχε μαζέψει μέχρι και το τελευταίο ντιρχάμ. Δεν ήθελε να ρισκάρει τίποτε. Έπρεπε να περάσουν απέναντι. Για να μην ξαναπεινάσει. Ούτε αυτός αλλά ούτε η οικογένεια του...

Το νερό είχε ήδη καμιά δεκαριά εκατοστά βάθος. Της χάιδεψε το κεφαλάκι κι αυτή σιγά σιγά άρχισε να ηρεμεί. Το κλάμα της γινόταν όλο και πιο σιγανό. Τον ρώτησε ψιθυριστά: "Σίγουρα μπαμπά; Θα ξαναβρούμε την μαμά μου;" κι αυτός έστρεψε το κεφάλι του και της φίλησε τα μαλλιά. "Σίγουρα αγάπη μου!" της είπε και γύρισε ξανά προς το γιο του και του χαμογέλασε...

Δυο μέρες μετά την καταστροφή του εργοστασίου που δούλευε ένας πύραυλος είχε πέσει πάνω στο σπίτι του. Ευτυχώς τα παιδιά του ήταν έξω στο δρόμο και παίζανε. Η γυναίκα του μαγείρευε....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αν επιθυμείτε να αφήσετε σχόλιο μη διστάσετε να το κάνετε! Θα προσπαθήσω να απαντήσω το συντομότερο δυνατό!